Δανάη Κολτσίδα: «Ούτε μία λιγότερη», αλλά πώς;

0

Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» στο δημόσιο λόγο, στη χάραξη και υλοποίηση δημόσιων πολιτικών, στην κοινωνιολογία και στην εγκληματολογία είναι κάτι περισσότερο από επιβεβλημένος και αυτονόητος.

Ρόδος, Μακρινίτσα, Γλυκά Νερά, Φολέγανδρος… Ο θλιβερός χάρτης γεμίζει με τους τόπους των εγκλημάτων. Το σύνθημα «Ούτε μία λιγότερη», που καθιέρωσε το διεθνές φεμινιστικό κίνημα, σχεδόν μας βγάζει τη γλώσσα: Ακόμα και τα (υποτιμημένα, όπου υπάρχουν) επίσημα στατιστικά στοιχεία κάνουν λόγο για μία γυναικοκτονία κάθε λίγες μέρες ή βδομάδες, ενώ όλα δείχνουν ότι η πανδημία επιδείνωσε την κατάσταση. Αν κανείς προσθέσει και τα υπόλοιπα περιστατικά έμφυλης βίας σεξουαλικής ή μη – ή τουλάχιστον την κορυφή του παγόβουνου που έρχεται στη δημοσιότητα – είναι τρομακτική η διαφαινόμενη πραγματική έκταση του προβλήματος.

Εξάλλου, όποιος και όποια βρέθηκε στη συντροφιά γυναικών το τελευταίο διάστημα, θα διαπίστωσε ίσως με έκπληξη, πάντως σίγουρα με τρόμο, ότι όσο τα στόματα ανοίγουν, με αφορμή την επικαιρότητα, τόσο μακραίνει ο κατάλογος των γυναικών που μοιράζονται ότι κάποτε βρέθηκαν στη θέση του θύματος μιας περισσότερο ή λιγότερο σοβαρής επίθεσης. Τα θύματα δεν είναι τα αδύναμα, άβουλα πλάσματα που κάποιοι παρουσιάζουν. Είναι οι φίλες, οι συναδέλφισσες, οι αδερφές, οι σύντροφοι, οι κόρες μας, μπορεί να είναι γυναίκες που σπουδάζουν, που δουλεύουν, που διασκεδάζουν, γυναίκες δυναμικές, δραστήριες, που κάποιος έσπρωξε, χτύπησε, κακοποίησε λεκτικά ή σωματικά, σεξουαλικά ή όχι, και τις έφερε στη θέση του θύματος. Το ότι δεν ήταν τότε η δική τους «κακιά στιγμή» είναι σε πολλές περιπτώσεις απλά θέμα τύχης.

Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, ήρθε η ώρα να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όχι από σχολαστικισμό – το αντίθετο. Αλλά γιατί το πρώτο καθοριστικό βήμα για την επίλυση ενός προβλήματος είναι ο εντοπισμός και η περιγραφή του. Όσοι λοιπόν αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία» αποτρέπουν – συνειδητά (συνήθως) ή όχι – την αντιμετώπιση του φαινομένου, ανεξάρτητα από το αν παρουσιάζονται ως αυτόκλητοι υπερασπιστές του γυναικείου φύλου, το οποίο δήθεν κινδυνεύει να θεωρηθεί κατώτερο αν διακρίνουμε τη «γυναικοκτονία» από την «ανθρωποκτονία» του ποινικού δικαίου, ή μαχητές της εννοιολογικής καθαρότητας και της νομικής ακριβολογίας.

Για αρχή, ας διακρίνουμε τα επίπεδα του λόγου.

Η χρήση του όρου «γυναικοκτονία» στο δημόσιο λόγο, στη χάραξη και υλοποίηση δημόσιων πολιτικών, στην κοινωνιολογία και στην εγκληματολογία είναι κάτι περισσότερο από επιβεβλημένος και αυτονόητος.

Γιατί, πρώτον, χωρίς διακριτό ορισμό του φαινομένου της γυναικοκτονίας δεν μπορούμε να έχουμε σωστή στατιστική αποτύπωση της εγκληματολογικής πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι διεθνείς οργανισμοί, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στο πεδίο των δικαιωμάτων, οι φεμινιστικές συλλογικότητες κ.λπ. απευθύνουν εδώ και χρόνια εκκλήσεις και οδηγίες στα κράτη να εντάξουν το ζήτημα των γυναικοκτονιών στις επίσημες εγκληματολογικές στατιστικές.

Δεύτερον, γιατί – σε αντίθεση με τις καλλιεργούμενες εντυπώσεις – ο όρος «γυναικοκτονία» δεν είναι νεολογισμός και δεν εφευρέθηκε από το φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα. Είναι καθιερωμένος όρος που χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες για να δηλώσει τις δολοφονίες με θύματα γυναίκες και εδώ και αρκετές δεκαετίες με τη σημερινή του σημασία. Ο κοινά αποδεκτός ορισμός διεθνώς περιλαμβάνει το φαινόμενο της δολοφονίας γυναικών και κοριτσιών λόγω του φύλου τους και των εξουσιαστικών σχέσεων που πηγάζουν από αυτό. Το φαινόμενο εκδηλώνεται με διαφορετικές μορφές που έχουν τυποποιηθεί σε κατηγορίες από τους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με το θέμα. Δεν είναι μάλιστα υπερβολή το γνωστό σύνθημα του φεμινιστικού κινήματος ότι «οι δολοφόνοι έχουν τα κλειδιά του σπιτιού μας», αφού σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία (ΠΟΥ, Νοέμβριος 2019)περίπου οι μισές δολοφονίες γυναικών διεθνώς αφορούν είτε την άσκηση βίας από τον σύντροφο είτε τη δολοφονία από μέλος της οικογένειας στο πλαίσιο των λεγόμενων «εγκλημάτων τιμής».

Τρίτον και εξίσου σημαντικό, οι όροι που καθιερώνονται στον δημόσιο λόγο, διαπαιδαγωγούν, διαπλάθουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων, μεταξύ των οποίων οι πιθανοί θύτες και τα αυριανά θύματα, αλλά και εκείνοι που είναι αρμόδιοι για τον εντοπισμό, τη δίωξη και την τιμωρία των σχετικών εγκλημάτων. Ας σκεφτούμε, εξ αντιδιαστολής, πώς λειτούργησαν οι όροι που –σχεδόν προκλητικά– επαναλαμβάνονται δεκαετίες τώρα στο δημόσιο λόγο σε περιπτώσεις γυναικοκτονιών, που περιγράφονται ως «εγκλήματα πάθους» ή «εγκλήματα τιμής». Μαθαίνουμε από τα ΜΜΕ ότι ο δολοφόνος «τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε», ότι «η ζήλια θόλωσε το μυαλό του», ότι «δεν άντεξε στην ιδέα ότι θα την έχανε». Ότι «ξέπλυνε την ντροπή» που είχε προκαλέσει υποτίθεται το θύμα στην οικογένεια, ότι ο δολοφόνος θέλησε «να αποκαταστήσει το όνομά του». Πρόκειται για όρους απολύτως εξω-νομικούς, αφού πουθενά το ποινικό μας δίκαιο δεν αναγνωρίζει τέτοια ειδική κατηγορία εγκλημάτων. Ωστόσο, επί δεκαετίες, αν όχι αιώνες, οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται ανεμπόδιστα στον δημόσιο λόγο, διαμορφώνουν την κοινωνική συνείδηση και την κυρίαρχη πρόσληψη περί της αξιολόγησης τέτοιων συμπεριφορών, επιδρούν έμμεσα στην απονομή της δικαιοσύνης και τελικά μεταφέρουν την ευθύνη στα θύματα και ρίχνουν τους δράστες των φόνων αυτών «στα μαλακά». Ίσως λοιπόν η καθιέρωση ενός άλλου όρου στο δημόσιο λόγο, που να αυξάνει τη συνειδητοποίηση για την κατηγορία των εγκλημάτων αυτών, να λειτουργούσε αντίστροφα : αποτρεπτικά για τους δράστες, προστατευτικά για τα θύματα.

Σε ό,τι αφορά τη χρήση του όρου στο επίπεδο του νομικού λόγου και πάλι μπορεί κανείς να επισημάνει πολλά. Πρώτον, ήδη το φαινόμενο των γυναικοκτονιών τυποποιείται διακριτά, όπως αναφέρθηκε, από διεθνείς οργανισμούς και φορείς, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, το Γραφείο του ΟΗΕ για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC), το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) και άλλοι. Και μάλιστα όχι μόνο σε κείμενα πολιτικής, αλλά και σε με τη στενή έννοια νομικά κείμενα, με κορυφαίο φυσικά τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την πρόληψη και την καταπολέµηση της βίας κατά των γυναικών, που κυρώθηκε το 2018 και από τη χώρα μας, η οποία προβλέπει και ένα ολόκληρο πλαίσιο υποχρεώσεων για τα κράτη-μέρη της από το επίπεδο της πρόληψης μέχρι αυτό της καταστολής και της τιμωρίας, με ουσιαστικές και δικονομικές ρυθμίσεις.

Εξάλλου, ακόμα και αν ο όρος «γυναικοκτονία» εφευρίσκονταν αυτή τη στιγμή που μιλάμε, πάλι δεν θα έπρεπε να καταλήξουμε άνευ ετέρου στην απόρριψή του. Από τη στιγμή που το δίκαιο έρχεται εξ ορισμού σε δεύτερο χρόνο να ρυθμίσει και όχι να κατασκευάσει την κοινωνική πραγματικότητα, κατά κανόνα υιοθετεί και ενσωματώνει κατ’ αρχήν εξω-νομικές έννοιες. Ακόμα δε πιο συχνά μια έννοια διαπλάθεται πρώτα σε κάποιον εξειδικευμένο κλάδο του δικαίου, πριν χρησιμοποιηθεί στο πεδίο του ποινικού δικαίου, που είναι από τη φύση του «μερικό».

Με αυτή την έννοια, το ζήτημα της εισαγωγής ειδικής πρόβλεψης στο ποινικό δίκαιο, με τη μορφή ενδεχομένως κάποιας επιβαρυντικής περίστασης, ανάλογης με αυτή που υπάρχει σήμερα για το έγκλημα με ρατσιστικά κίνητρα, δεν θα έπρεπε να αποκλειστεί εκ προοιμίου – και σίγουρα δεν νοείται να λοιδορείται ως αδιανόητο στο όνομα κάποιας δήθεν «ποινικής δογματικής». Αν και δεν είναι προφανώς πανάκεια, η ειδική ποινική τυποποίηση του φαινομένου των γυναικοκτονιών θα μπορούσε ενδεχομένως να έχει τόσο συμβολική/παιδευτική αξία (η οποία αποτελεί έναν από τους στόχους του ποινικού δικαίου, στο πλαίσιο της γενικής αποτροπής), όσο και ουσιαστική και δικονομική. Θα συνεπάγονταν ένα αυστηρότερο πλαίσιο ποινών για τους δράστες, κυρίως όμως θα ανάγκαζε διωκτικές και δικαστικές αρχές να εξετάζουν ειδικά τη συνδρομή ή μη των σχετικών προϋποθέσεων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και επομένως θα οδηγούσε στην ορθότερη διακρίβωση, αξιολόγηση και τελικά καταγραφή των σχετικών εγκλημάτων.

Ωστόσο, ο πυρήνας της λύσης βρίσκεται, όπως πάντα σχεδόν, στην πρόληψη. Εξ ου και η επιμονή στο ζήτημα της αναγνώρισης του προβλήματος, του ορισμού και της στατιστικής καταγραφής του, καθώς σχετίζεται με όλη την προσπάθεια ευαισθητοποίησης και πρόληψης : Την ενημέρωση και την κατάλληλη εκπαίδευση των αστυνομικών και των εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών, την αλλαγή της προσέγγισης του θέματος στο πεδίο του δημόσιου λόγου, την εκπαίδευση ήδη από την παιδική και εφηβική ηλικία, αλλά και σε όλη τη ζωή των ανθρώπων, πάνω στα ζητήματα της έμφυλης ταυτότητας, του σεβασμού και της ισότητας.

Ως προς το τελευταίο, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η γυναικοκτονία είναι η κορυφαία και πιο τραγική εκδήλωση βαθιά ριζωμένων πατριαρχικών προσλήψεων της κοινωνίας, που αφορούν άνδρες και γυναίκες και τους ρόλους και τις μεταξύ τους σχέσεις. Προφανώς δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε να αλλάξουν οι κοινωνικές αντιλήψεις πριν πάρουμε άλλα στοχευμένα μέτρα για να σταματήσουμε τους φόνους. Ούτε φυσικά και κάθε πατριαρχική, σεξιστική αντίληψη οδηγεί ως μονόδρομος στη βία και στο φόνο – υπάρχουν πολλές παράμετροι που μετατρέπουν έναν άνθρωπο, ακόμα και σεξιστή ή μισογύνη, σε εγκληματία. Όμως είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι υπάρχει ένα ολόκληρο κοινωνικό πλαίσιο και «κλίμα» που τροφοδοτεί τέτοιου είδους βίαιες συμπεριφορές και αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να το αλλάξουμε.

Κυρίως όμως, εκτός της πρόληψης στο αφηρημένο επίπεδο, που προχωράει εξάλλου αργά, υπάρχει και η στοχευμένη πρόληψη και αποτροπή, που είναι κρίσιμης σημασίας. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις η γυναικοκτονία δεν είναι η πρώτη εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς του δράστη, αλλά αποτελεί την κορύφωση προηγούμενης άσκησης έμφυλης ή/και ενδοοικογενειακής βίας εκ μέρους του. Έτσι, η ύπαρξη ενός μηχανισμού έγκαιρης και αποτελεσματικής παρέμβασης σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι απόλυτη προτεραιότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές φορές οι γυναίκες πέφτουν θύματα δολοφονίας όταν ακριβώς προσπαθήσουν να ξεφύγουν από έναν κακοποιητικό σύντροφο ή συγγενή, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου έχουν καταφέρει να ζητήσουν βοήθεια ή καταγγέλλουν την κακοποίηση ή τον βιασμό τους, αλλά ο μηχανισμός δεν κινητοποιείται έγκαιρα (ή και καθόλου) και το θύμα αφήνεται απροστάτευτο. Επομένως, αστυνομικές και δικαστικές αρχές κατάλληλα ενημερωμένες, ευαισθητοποιημένες και εκπαιδευμένες ώστε να εντοπίζουν και να διαχειρίζονται σωστά τέτοια περιστατικά, χωρίς να στιγματίζουν ή να αποθαρρύνουν το θύμα, αλλά και ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικών δομών, συμβουλευτικής, ξενώνων, κοινωνικής εργασίας με ομάδες «υψηλού κινδύνου» βάσει στατιστικών, που θα βοηθά τα θύματα να απομακρυνθούν από τους δράστες έγκαιρα, είναι τα δύο συστατικά που κυριολεκτικά μπορούν να σώσουν ζωές.

Αυτή τη στιγμή, χάρη στην επιμονή και στους αγώνες των γυναικών, ιδιαίτερα των νεότερων που βγαίνουν με δύναμη στο προσκήνιο, αλλά και χάρη στην αλλαγή νοοτροπιών που επέρχεται και με την πάροδο των γενεών, έχει επιτευχθεί κάτι πολύ σημαντικό : το φαινόμενο της έμφυλης βίας έχει πάψει πια να είναι ένα δευτερεύον ζήτημα, ένα αντικείμενο της «soft» πολιτικής που θεωρείται ότι απασχολεί μόνο κάποιες φεμινίστριες και μερικές οργανώσεις δικαιωμάτων – γι’ αυτό εξάλλου ενεργοποιεί συντηρητικά αντανακλαστικά και παράγει σημαντική αντίδραση.

Οι μαζικές αυθόρμητες κινητοποιήσεις στα Πετράλωνα και στην Ηλιούπολη που οργανώθηκαν τις τελευταίες μέρες, η πλημμυρίδα των αντιδράσεων, κυρίως μέσω των social media στις επάλληλες υποθέσεις έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών του τελευταίου διαστήματος, αλλά και οι εμπειρίες από άλλες χώρες στη Λατινική Αμερική, στην Ευρώπη και αλλού, δείχνουν ότι πλέον η διάσταση του φύλου και ιδίως η στάση απέναντι στην έμφυλη βία αποτελεί βασική συνιστώσα της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. Γυναίκες και άλλες θηλυκότητες θύματα έμφυλης βίας διεκδικούν ορατότητα, αναγνώριση, ισότητα, δικαίωση και κυρίως λύση. Πάνω σ’ αυτές τις διεκδικήσεις διαμορφώνονται πολύχρωμες και δυναμικές κοινωνικές συμμαχίες ικανές να φέρουν μεγάλες αλλαγές. Ήδη, ότι συζητάμε για το θέμα αυτό, είναι η πρώτη και ίσως αποφασιστική μεγάλη αλλαγή.

Η Δανάη Κολτσίδα είναι Νομικός – Πολιτική Επιστήμονας, Διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς / Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο ieidiseis.gr

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Powered by themekiller.com