Π. Σκουρλέτης: «Πανδημία» αναθέσεων μέσα στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης

0

Σκληρή κριτική στην κυβέρνηση ασκεί ο γραμματέας της Κ. Ε. του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Σκουρλέτης, με συνέντευξή του στη Larissanet

Τι λέει για το πρόγραμμα «Μένουμε Όρθιοι»

Για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών: «Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος για όλα»

Συνέντευξη στον Γιάννη Ανδρεάκη

Προτάσσοντας το πρόγραμμα «Μένουμε Όρθιοι» και ασκώντας οξεία κριτική στην Κυβέρνηση με αιχμή αφενός το ζήτημα των voucher για τους επιστήμονες και την εμπλοκή των ιδιωτικών ΚΕΚ και αφετέρου τη διανομή της καμπάνιας «Μένουμε Σπίτι» στα ΜΜΕ ο γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρλέτης σκιαγραφεί στη larissanet το πολιτικό μοτίβο στο οποίο κινείται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Σχετικά με το σχέδιο «Μένουμε Όρθιοι» ο κ. Σκουρλέτης υπογραμμίζει ότι «είμαστε με τους πολλούς και αλληλέγγυοι με τους πιο αδύναμους. Εκεί διαφέρουμε ριζικά από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που υιοθετεί η κυβέρνηση».

Στη συνέχεια ο γραμματέας της Κ.Ε. εξαπολύει βέλη κατά της κυβερνητικής πολιτικής σε ότι αφορά τον τρόπο που διαχειρίστηκε τις οικονομικές επιπτώσεις που επέφερε η υγειονομική κρίση. Σε ότι αφορά το θέμα των voucher και των ΚΕΚ διερωτάται χαρακτηριστικά «πώς είναι δυνατόν ο κ. Βρούτσης να παραμένει ακόμη υπουργός;».

Στο ζήτημα των νομοσχεδίων τόσο για την Παιδεία, όσο και για το Περιβάλλον ο Πάνος Σκουρλέτης στέκεται απέναντι στην τακτική να συζητηθούν κατά την τρέχουσα χρονική συγκυρία και τονίζει ότι «η κυβέρνηση θέλει να πιάσει την κοινωνία στον «ύπνο»».

Κλείνοντας, δηλώνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος ακόμη και για το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, ενώ ενδιαφέρον έχει η θέση του ότι «απαιτούνται νέες στρατηγικές επιλογές για την οικονομία και την οργάνωση της κοινωνίας σε όλα τα πεδία. Δεν αρκεί μια πολιτική μέσων όρων» υπογραμμίζει χαρακτηριστικά.

«Το σύνθημα «Μένουμε Όρθιοι» είναι ταυτόχρονα στόχος και πολιτική τοποθέτηση. Μένουμε όρθιοι όλοι, συνολικά ως κοινωνία, όχι μόνο οι πιο ισχυροί. Και το κάνουμε με μια πρόταση τεκμηριωμένη και κοστολογημένη

Αναλυτικά, η συνέντευξη του Πάνου Σκουρλέτη:

Από τη φράση που χαρακτήρισε σε επικοινωνιακό αλλά και σε πρακτικό επίπεδο την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας, το «με την κοινωνία όρθια», ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει σήμερα, από τη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ένα ολιστικό, κοστολογημένο σχέδιο αντιμετώπισης των επιπτώσεων της πανδημίας, που φέρει τον τίτλο «Μένουμε Όρθιοι». Είναι ικανό αυτό το σχέδιο να αποτρέψει τα δεινά που η νέα κρίση φέρνει σε μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας;

Στο βασικό ερώτημα εάν υπάρχουν δυνατότητες άμβλυνσης των επιπτώσεων της αναδυόμενης οικονομικής κρίσης, απαντάμε ναι και με το σχέδιό μας επιδιώκουμε να τις ενισχύσουμε. Το σύνθημα «Μένουμε Όρθιοι» είναι ταυτόχρονα στόχος και πολιτική τοποθέτηση. Μένουμε όρθιοι όλοι, συνολικά ως κοινωνία, όχι μόνο οι πιο ισχυροί. Και το κάνουμε με μια πρόταση τεκμηριωμένη και κοστολογημένη. Λέει από πού μπορούν να αντληθούν τα ποσά και που πρέπει να κατευθυνθούν. Αυτή η πρόταση έχει, όμως, συγκεκριμένη οπτική για την ιεράρχηση των αναγκών, για τις κοινωνικές κατηγορίες και τους οικονομικούς κλάδους που πρέπει να στηριχθούν κατά προτεραιότητα. Είμαστε με τους πολλούς και αλληλέγγυοι με τους πιο αδύναμους. Εκεί διαφέρουμε ριζικά από τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη που υιοθετεί η κυβέρνηση. Είναι σημαντικό να καταφέρουμε να στηρίξουμε το ΑΕΠ με μια επεκτατική πολιτική δαπανών, για να μην επιδεινωθεί η σχέση του χρέους προς το ΑΕΠ. Με το «μαξιλάρι» ασφαλείας που εξασφαλίσαμε τα προηγούμενα χρόνια και με ευρωπαϊκές πηγές, φτάνουμε σε συνολική ρευστότητα 56 δισ. ευρώ. Αξιοποιώντας τα μισά μπορούμε να κάνουμε πολλά. Ωστόσο, ο παράγοντας χρόνος είναι καθοριστικός. Εάν δεν λάβουμε τώρα συγκεκριμένα μέτρα στήριξης της οικονομίας και του κόσμου της εργασίας, θα χρειαστούμε αργότερα πολλαπλάσιους πόρους, που δεν διαθέτουμε, για να επαναφέρουμε την ανάπτυξη και πάλι μόνο ως έναν βαθμό. Ήδη χάθηκε πολύτιμος χρόνος.

Η ελληνική οικονομία, εκτιμάται ότι θα πληγεί με την υψηλότερη ύφεση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την επόμενη μέρα της πανδημίας, με τον κόσμο της εργασίας, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και της αγροτιάς να βρίσκονται στη δίνη της κρίσης. Είναι αυτό αντιμετωπίσιμο, μέσω των πολιτικών που φαίνεται να προκρίνει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας;

Δεδομένου ότι αυτή τη φορά η κρίση ξεπερνά κατά πολύ τα σύνορα της Ελλάδας, θα περίμενα πρώτα απ’ όλα από την κυβέρνηση να στηρίξει πιο ενεργητικά τη θέση για έκδοση ευρωομολόγου και άλλες σχετικές πρωτοβουλίες. Στο εσωτερικό της χώρας έχει εγκλωβιστεί εθελοντικά στη λάθος πολιτική. Καταρχάς διέπεται από τη λογική να κρατήσουμε «καύσιμα» και «εφεδρείες» για τη φάση της ανάταξης της οικονομίας. Αλλά, όσο μεγαλύτερη η ζημιά τώρα, τόσο μεγαλύτερες οι ανάγκες μετά. Επιπρόσθετα υιοθετεί μια σκληρή νεοφιλελεύθερη οπτική σε όλο και περισσότερα πεδία. Αυτή είναι μια ολέθρια επιλογή για την χώρα και για πάρα πολλούς ανθρώπους. Έτσι βρήκε ανοχύρωτη την οικονομία μας η κρίση το 2010. Δυστυχώς, η πανδημία αναδεικνύεται σε ευκαιρία ενός ιδιόμορφου πειραματισμού ως προς την «ελαστικοποίηση» του χρόνου εργασίας. Προκρίθηκε η επιλογή της επιδότησης των απολύσεων και της ημιαπασχόλησης. Εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι, επιστήμονες και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων που ανεστάλη η λειτουργία τους, βρέθηκαν, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο, σε δύσκολη θέση. Δεν βρήκαν την υποστήριξη που θα έπρεπε και που επέτρεπαν τα δημοσιονομικά περιθώρια. Σε κάθε περίπτωση, τα επακόλουθα της πανδημίας δεν μπορεί να είναι η ευκαιρία να απαλλαγούμε από τους πιο αδύναμους κρίκους στην κοινωνία ώστε να μείνουν οι πιο ισχυροί παίκτες. Βεβαίως, τα πρώτα αρνητικά δεδομένα τα είχαμε πριν ακόμη η πανδημία επιβάλλει τους δικούς της όρους. Μήνες πριν η οικονομία είχε επιδεινωθεί σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2019. Η κυβέρνηση, με «πυξίδα» της τον ΣΕΒ, έλαβε σειρά σκληρών μέτρων σε βάρος του κόσμου της εργασίας. Για μας, όμως, είναι ξεκάθαρο ότι δεν πρέπει να πάμε στην επόμενη μέρα της πανδημίας με μονομερώς μειωμένα εισοδήματα και δικαιώματα.

Οι εξελίξεις με τα ιδιωτικά Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης και τα voucher των επιστημόνων, δεν αποτέλεσαν μόνο μια μεγάλη ήττα της κυβέρνησης, τουλάχιστο σε επικοινωνιακό επίπεδο, αλλά την ανάγκασαν να απολογηθεί ως μετέχουσα σε σκάνδαλο διασπάθισης δημόσιου χρήματος. Θεωρείτε ότι αυτή η υπόθεση χρήζει δικαστικής διερεύνησης;

Πρόκειται ήδη για ένα μείζον θέμα άσκησης πολιτικής και διαχείρισης του δημόσιου χρήματος με πολλά μελανά σημεία. Τα ερωτήματα είναι αμείλικτα και από τις απαντήσεις ή μη, θα εξαρτηθεί η περεταίρω πορεία της υπόθεσης. Γιατί επιλέχθηκε να ενισχυθούν με 600 ευρώ οι επιστήμονες με τη διαμεσολάβηση κέντρων κατάρτισης και με επιπλέον επιβάρυνση του Δημοσίου κατά 50 εκατ. ευρώ, ενώ αποδείχτηκε ότι δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο και ότι θα μπορούσαν να λάβουν απευθείας 800 ευρώ; Γιατί ο κ. Βρούτσης υπέγραψε και ενέκρινε τις πλατφόρμες τηλεκατάρτισης των «σκόιλ ελικικού» με αμοιβή δεκάδων εκατομμυρίων για τους δημιουργούς τους; Πώς είναι δυνατόν οι δύο από τις επτά πλατφόρμες των ΚΕΚ να στήθηκαν μία μέρα μετά την προκήρυξη του διαγωνισμού; Σε κάθε περίπτωση, πως είναι δυνατόν ο κ. Βρούτσης να παραμένει ακόμη υπουργός; Κι αυτό είναι μία περίπτωση. Μέσα σε αυτή την κατάσταση έκτακτης ανάγκης βρισκόμαστε απέναντι σε μια «πανδημία» αναθέσεων. Θυμίζω, τις απευθείας αναθέσεις για την απολύμανση των φυλακών σε εταιρεία που μέχρι πρότινος είχε ως αντικείμενο τις δημόσιες σχέσεις και το εμπόριο κοσμημάτων και σε μια άλλη που ιδρύθηκε μόλις τέσσερις ημέρες πριν αναλάβει το έργο. Στηρίξαμε την πολιτική των προστατευτικών μέτρων που υπέδειξαν οι ειδικοί, αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ανεχτούμε διαχειριστικά και πολιτικά σκάνδαλα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα την έντονη διαφωνία του με την πρακτική της κυβέρνησης όχι μόνο να νομοθετεί με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου αλλά και να φέρνει προς ψήφιση στη Βουλή που αναγκαστικά υπολειτουργεί, χωρίς καμία διαβούλευση, σημαντικά νομοθετήματα που αφορούν καίριους τομείς, με πιο πρόσφατα παραδείγματα τα νομοσχέδια για την Παιδεία και το Περιβάλλον. Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό, με δεδομένο ότι πρόκειται για τακτική που η Ν.Δ. ακολουθούσε και πριν την κρίση της πανδημίας;

Αναφέρατε δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η Βουλή, που λειτουργεί υπό το περιοριστικό βάρος των ειδικών συνθηκών της πανδημίας και με συγκεκριμένες προτεραιότητες, συμφωνημένες εκ των προτέρων, βρίσκεται να συζητά δύο νομοσχέδια βαρύνουσας σημασίας με πολλές αρνητικές διατάξεις, ενώ το δικαίωμα της κοινωνίας να εκφραστεί απευθείας γι’ αυτά τελεί επίσης υπό περιορισμό. Είναι δυνατόν να συζητάμε κάτι τόσο σοβαρό με την κοινωνία ακόμη στο «μένουμε σπίτι»; Τι είναι αυτό που εμποδίζει μια ολιγοήμερη αναβολή μέχρι η Βουλή και η κοινωνία να βρεθούν με περισσότερες επιλογές στα χέρια τους; Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο το ερώτημα. Η κυβέρνηση θέλει να πιάσει την κοινωνία στον «ύπνο». Πως θα αλλάξει αυτό; Εμείς θα τους ξεσκεπάζουμε και οι πολίτες με τη συμμετοχή τους θα επιβάλλουν αλλαγές. Μη ξεχνάμε ότι η κοινωνική κατακραυγή ακύρωσε τα voucher κατάρτισης.

Υπήρξε πρόσφατα η αναφορά του κόμματος στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, σχετικά με τον πολύ μικρό χρόνο παρουσίας εκπροσώπων του τόσο στη δημόσια τηλεόραση, όσο και στα κεντρικά μέσα ενημέρωσης. «Δεν ακούγεται η φωνή μας», είναι το παράπονο που εκφράζετε, από την περίοδο της διακυβέρνησης ακόμα, το διάστημα της μεγάλης προεκλογικής περιόδου της περασμένης χρονιάς και, ακόμα περισσότερο, σήμερα. Τί σκοπεύετε να κάνετε γι’ αυτό;

Είναι ένα βαθιά δημοκρατικό ζήτημα που συνδέεται και με την πρακτική των αναθέσεων εν μέσω πανδημίας. Να σας πω πρώτα τι έκανε η κυβέρνηση γι’ αυτό. Στις αρχές Απριλίου αποφάσισε να διαθέσει 11 εκατ. ευρώ και πριν από λίγες ημέρες ακόμη 9 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε σπίτι», μοιράζοντας τα χρήματα αδιαφανώς και απευθείας. Κι επειδή έγιναν καταγγελίες αποκλεισμού ΜΜΕ από τη διαφημιστική πίτα, αλλά κι επειδή βλέπουμε το πρωτοφανές μέγεθος της αποσιώπησης των θέσεών μας, καταλάβαμε ότι πρωτεύον στόχος της κυβέρνησης ήταν το «λιβάνισμα» της ίδιας και του πρωθυπουργού. Είναι μια προσπάθεια ολοκληρωτικού ελέγχου στο πεδίο της ενημέρωσης, με πολλές πλευρές που θα μας βρίσκει διαρκώς απέναντί της.

Οι εξελίξεις έφεραν εκ των πραγμάτων αναβολή του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ, για το οποίο τόση κουβέντα έχει υπάρξει από το περασμένο καλοκαίρι και το οποίο θα ξεκινούσε σε ένα δεκαπενθήμερο περίπου. Ποιά είναι τα νέα στοιχήματα που πρέπει το κόμμα να κερδίσει μπροστά στις νέες συνθήκες, πόσο έτοιμο είναι να αντεπεξέλθει στα τωρινά ζητούμενα και πως θα αντιδράσει στο ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, το καλοκαίρι ή το φθινόπωρο, όπως γράφτηκε ότι προτείνουν στον κ. Μητσοτάκη οι σύμβουλοί του;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος για όλα. Αλλά δύσκολα θα μπορέσει να υπερασπιστεί πρόωρες εκλογές η κυβέρνηση. Δεν αρκεί η πανδημία και τα όσα έπονται. Με αυτή τη λογική θα έπρεπε να έχουμε «επιδημία» εκλογών στις περισσότερες χώρες του κόσμου από τον Σεπτέμβριο. Και πρόκειται για μια κυβέρνηση με ζωή μόνο εννέα μηνών και με άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Εκτός κι αν θέλει να κάνει πρόωρες εκλογές για να προλάβει τις αντιδράσεις που σίγουρα θα προκαλέσει η πολιτική της για την πρώτη κατοικία, το εισόδημα των εργαζομένων, τους μικρομεσαίους, το περιβάλλον, την παιδεία, τα δικαιώματα, ακόμη και την υγεία, που τώρα εκθειάζει τον δημόσιο χαρακτήρα της, αλλά την ίδια ώρα δεν πληρώνει τις εφημερίες και δεν κάνει προσλήψεις. Όμως σε μια τέτοια περίπτωση ο κόσμος θα το καταλάβει και θα την εκδικηθεί.

Αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως στοίχημα, είναι να ενσωματώσουμε τα νέα δεδομένα στον πολιτικό και προγραμματικό μας λόγο. Ζούμε πρωτόγνωρες στιγμές. Πιστεύω ότι απαιτούνται νέες στρατηγικές επιλογές για την οικονομία και την οργάνωση της κοινωνίας σε όλα τα πεδία. Δεν αρκεί μια πολιτική μέσων όρων. Η υγεία, η παιδεία, το κοινωνικό κράτος, τα δημόσια αγαθά εν γένει και η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτά από όλους, πρέπει να αποτελέσουν τον πυρήνα αυτών των στρατηγικών. Το σίγουρο είναι ότι δεν μπορούμε να αφήσουμε τις απαντήσεις στις «αόρατες δυνάμεις» της αγοράς.

Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Posting....

Powered by themekiller.com