Lockdown: Τσουνάμι πτωχεύσεων και λουκέτων απειλεί την ελληνική οικονομία

0

Πεσμένος τζίρος στην αγορά, απώλειες στο χρηματιστήριο, αναιμικός δανεισμός και φοροδοτική αδυναμία προοιωνίζονται αύξηση λουκέτων και πτωχεύσεων

Το δίδυμο «λουκέτα και πτωχεύσεις» απειλεί σοβαρά σήμερα, εν μέσω δεύτερου lockdown και έξαρσης όλων των υφεσιογόνων παραγόντων, από τις μειωμένες εξαγωγές και την ισοπέδωση των εισπράξεων του τουρισμού μέχρι τη συρρίκνωση της κατανάλωσης, την ελληνική οικονομία. Όπως παρατηρούν παράγοντες της αγοράς, το γεγονός ότι δεν έχει υπάρξει έως τώρα έκρηξη λουκέτων στην αγορά οφείλεται κατά βάση σε προσωρινούς και σε συγκυριακούς παράγοντες και ως εκ τούτου είναι επίφοβο να παρατηρηθεί, όταν αυτοί οι παράγοντες εκλείψουν, κύμα κλεισίματος επιχειρήσεων. Τέτοιοι «προσωρινοί» παράγοντες είναι, πρώτον, το «χρήμα» που υπάρχει ακόμη στο «στρώμα» των νοικοκυριών, δεύτερον, το «λίπος» κάποιων επιχειρήσεων, τρίτον, φαινόμενα παραβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους επιχειρήσεων, όπως είναι η μη έκδοση αποδείξεων λιανικής, τέταρτον, η εντατικοποίηση της εργασίας χωρίς επιπλέον αποδοχές στους εργαζόμενους και, πέμπτον, τα κυβερνητικά μέτρα στήριξης.

Ειδικά τα τελευταία, σε μεγάλο βαθμό, το μόνο που καταφέρνουν είναι απλώς να παρατείνουν τον χρόνο εμφάνισης των λουκέτων και της κήρυξης νέων πτωχεύσεων, καθώς στην ουσία είτε απλώς «δανείζουν» τις επιχειρήσεις (όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με την επιστρεπτέα προκαταβολή, η οποία και πάλι όμως αφήνει εκτός ευεργετήματος σχεδόν τις 8 στις 10 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες) είτε απλώς μεταθέτουν τον χρόνο της πληρωμής των τρεχουσών υποχρεώσεων στην εφορία.

Η διετία μιας πρωτοφανούς βελτίωσης στις πτωχεύσεις

Η έκθεση της ελληνικής αγοράς στους κινδύνους που ενέσκηψαν με την εμφάνιση της πανδημίας έρχεται μετά από μια θεαματική βελτίωση τη διετία που προηγήθηκε.

Το 2018 δεν ήταν για την ελληνική οικονομία μόνο η χρονιά που αυτή βγήκε από τα Μνημόνια, αλλά και η χρονιά κατά την οποία καταγράφηκε μακρά σειρά βελτιώσεων σε επιμέρους μεγέθη και δείκτες της. Μια τέτοια βελτίωση εμφάνισε και ένα από τα ζοφερότερα κεφάλαια της μνημονιακής εποχής, εκείνο των πτωχεύσεων. Για πρώτη φορά από την αρχή του 21ου αιώνα, οι πτωχεύσεις στη χώρα μας είχαν υποχωρήσει σε διψήφιο αριθμό. Συγκεκριμένα, είχαν μειωθεί μόλις στις 82, από 114 κατά την αμέσως προηγούμενη χρονιά, δηλαδή το 2017, ενώ στη διετία 2011 – 2013 ξεπερνούσαν σταθερά τις 400 ετησίως. Είχαν εκτιναχθεί στις 474 πτωχεύσεις το 2011, παραμένοντας άνω των 400 ανά έτος, όπως και το 2012, όταν έφτασαν τις 455, και το 2013, όταν καταμετρήθηκαν άλλες 437 πτωχεύσεις σε όλη την Ελλάδα.

Ανάλογη ήταν η εξέλιξη και το 2019, πρώτο ακέραιο έτος μέσα στο οποίο η ελληνική οικονομία είχε επανέλθει σε μια μεταμνημονιακή ομαλότητα. Πέρυσι, ο αριθμός των πτωχεύσεων υποχώρησε στις 63, μέγεθος πρωτοφανές αν ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και πριν τα Μνημόνια υπερέβαιναν, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, τις 300 ετησίως. Ήταν 342 το 2008 και 368 το 2009, ενώ χρονιά – ρεκόρ απετέλεσε το 2005, με 612 πτωχεύσεις. Ήταν η περίοδος κατά την οποία η τότε κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας εκβίαζε ουσιαστικά τους Έλληνες φορολογούμενους με το δίλημμα «περαίωση ή περάστε για έλεγχο». Τέτοια εποχή, πριν από 15 χρόνια, οι περίπου 120.000 επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελματίες που είχαν αρνηθεί να υπαχθούν στη ρύθμιση για το κλείσιμο των φορολογικών χρήσεων της πενταετίας 1998-2002 και να καταβάλουν επιπλέον φόρο άρχισαν να λαμβάνουν προσκλητήρια, με τα οποία η εφορία τούς έδινε διορία δέκα ημερών για την υπαγωγή στη ρύθμιση. Αυτός, σύμφωνα με οικονομικούς παρατηρητές, ήταν ένας από τους σοβαρότερους λόγους για τους οποίους είχε σημειωθεί έκρηξη χρεοκοπιών.

Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η μείωση των πτωχεύσεων μέσα στην περασμένη διετία επετεύχθη παρά την από τετραετίας ισχύ (και συγκεκριμένα από τις 22 Δεκεμβρίου του 2016) του προηγούμενου πτωχευτικού νόμου, χάρη στον οποίον κατέστη δυνατόν να παρακάμπτονται ευκολότερα τα όποια γραφειοκρατικά και άλλα τεχνικής φύσεως εμπόδια στην ανακήρυξη των αιτηθεισών στο μεταξύ πτωχεύσεων.

Ο νέος πτωχευτικός νόμος

Αυτή η θεαματική βελτίωση της εικόνας φαλκιδεύεται πλέον με την ισχύ, εδώ και λιγότερο από έναν μήνα, του νέου πτωχευτικού νόμου. Από τυπικής και θεσμικής πλευράς, ο νέος νόμος πάσχει ως προς το ότι, όπως επεσήμανε άλλωστε και ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, ο οποίος εξέφρασε σοβαρές αντιρρήσεις για το νομοσχέδιο «Ρύθμιση οφειλών και παροχής δεύτερης ευκαιρίας», το εν λόγω σχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή χωρίς να έχει προηγηθεί κανένας ουσιαστικός θεσμικός διάλογος με τους κοινωνικούς φορείς και χωρίς να συγκροτηθεί νομοπαρασκευαστική επιτροπή με τη συμμετοχή του δικηγορικού σώματος.

Από δε ουσιαστικής πλευράς, ο νέος Πτωχευτικός Κώδικας ανοίγει τον δρόμο για περισσότερες πτωχεύσεις, καθώς, πρώτον, δεν προστατεύει την πρώτη κατοικία, και, δεύτερον, δεν δίνει καμία δεύτερη ευκαιρία στους έντιμους επιχειρηματίες.

Κάθε άλλο μάλιστα: οδηγεί σε μαζικές πτωχεύσεις, με την κυβέρνηση να αφήνει εκτεθειμένους τους αδύναμους δανειολήπτες στις τράπεζες, ενώ, παράλληλα, μετατρέπει και τους ιδιοκτήτες σε ενοικιαστές της ίδιας τους της κατοικίας.

Περιβάλλον χρεοκοπίας διαμορφώνεται στην αγορά

Πεσμένος τζίρος στην αγορά, απώλειες στο χρηματιστήριο, αναιμικός δανεισμός και φοροδοτική αδυναμία προοιωνίζονται αύξηση λουκέτων και πτωχεύσεων.

Σήμερα συντρέχουν όλοι οι λόγοι για τους οποίους κατά κανόνα αυξομειώνεται ο αριθμός των πτωχεύσεων, όπως είναι:

Πρώτον, η περιορισμένη δυνατότητα πρόσβασης σε δανεισμό. Παρότι, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι ελληνικές τράπεζες τον Σεπτέμβριο χορήγησαν 623 εκατ. ευρώ νέα δάνεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, το ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο των πραγματικών δανειοδοτικών αναγκών τους. Όπως και ότι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής χρηματοδότησής τους αυξήθηκε σε 2,4%, εξέλιξη «καλή, αλλά λίγη».

Δεύτερον, οι φορολογικές επιβαρύνσεις. Μόλις την περασμένη Τετάρτη το Δημοσιονομικό Συμβούλιο ανέφερε ως πηγές μεγάλης δημοσιονομικής αβεβαιότητας τα αφύσικα υψηλά ποσοστά αύξησης των φορολογικών εσόδων που προσδοκά η κυβέρνηση, όπως είναι οι παραδοχές ότι η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 6,5% θα προκαλέσει αύξηση 22,6% των εσόδων του ΦΠΑ, η αύξηση των εισοδημάτων μισθωτών κατά 8,0% μπορεί να προκαλέσει αύξηση εσόδων φόρου εισοδήματος 4,1% ή ότι η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 8,5% θα προκαλέσει αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 11,1%.

Υπάρχει δηλαδή μια ασφυκτική φοροεισπρακτική πρόθεση εκ μέρους της κυβέρνησης, παρότι αποδεδειγμένα η φοροδοτική δυνατότητα των Ελλήνων έχει απισχνανθεί, όπως δείχνει η υστέρηση των φορολογικών εσόδων κατά 6,05 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2020.

Τρίτος καθοριστικός παράγοντας είναι η ύφεση. Υπάρχει άμεση συνάφεια μεταξύ του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας και των πτωχεύσεων. Όσο η οικονομική δραστηριότητα μειώνεται, τόσο οι εταιρείες που πτωχεύουν αυξάνονται. Και το ότι στο β’ και γ’ εξάμηνο του 2020 χάθηκες τζίρος 32,92 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία δεν είναι και ό,τι πιο αισιόδοξο.

Τέταρτον, η γενικότερη πορεία των κλάδων. Τα αποτελέσματα μιας επιχείρησης επηρεάζονται πρωτίστως από τις διακυμάνσεις των αποτελεσμάτων του κλάδου στον οποίον η ίδια δραστηριοποιείται και ακολούθως και από τις διακυμάνσεις των κερδών στο σύνολο της εθνικής οικονομίας. Πάντως, στο σύνολο του επιχειρείν, η εικόνα δεν είναι και η καλύτερη. Σε σύνολο 115 εκ των εισηγμένων στο Χ.Α. εταιρειών (εκτός των 5 τραπεζών), οι πωλήσεις στο Α’ εξάμηνο υποχώρησαν κατά 19,4%, στα 26,6 δισ. ευρώ, ενώ τα κέρδη μετά φόρων μειώθηκαν κατά 113,10% με τις εισηγμένες να παρουσιάζουν ζημίες 128 εκατ. σε σχέση με το Α’ εξάμηνο 2019.

Ακτινογραφία των πτωχεύσεων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ως προς τις κηρυχθείσες πτωχεύσεις επιχειρήσεων βάσει δικαστικών αποφάσεων το 2019, κατήλθαν σε 63 έναντι 82 το 2018, παρουσιάζοντας μείωση κατά 23,2%.

Το 2019, κατά τομέα οικονομικής δραστηριότητας, οι περισσότερες πτωχεύσεις πραγματοποιήθηκαν στον τομέα του χονδρικού και λιανικού εμπορίου – επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών με ποσοστό 38,1%, ακολουθούν ο τομέας της μεταποίησης με 23,8%,ο τομέας των δραστηριοτήτων υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης με 15,9% και ο τομέας των κατασκευών με 6,3%.

Από πλευράς νομικής μορφής, 21 ήταν ατομικές επιχειρήσεις (από 30 το 2018), οι 10 προσωπικές εταιρείες (από 19), οι 31 κεφαλαιουχικές (από 32).

Κλάδοι πάντως που απειλούνται με «λουκέτα» προς το παρόν είναι αυτοί που υπέστησαν μεγάλη πτώση στον τζίρο. Όπως είχε συμβεί και στο β’ τρίμηνο, όταν είχαν χάσει το 78,8%, έτσι και στο τρίτο τρίμηνο φέτος, εστίαση και καταλύματα κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση, κατά 50,4%. Ακολούθησαν οι χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες με συρρίκνωση τζίρου κατά 47,2% από 40,5% το β’ τρίμηνο και οι διοικητικές και υποστηρικτικές δραστηριότητες με μείωση 44,0% από 51,6% το β’ τρίμηνο. Από όσες εισήλθαν σε αναστολή λειτουργίας τον Μάρτιο, μεγαλύτερη μείωση στον κύκλο εργασιών παρουσίασαν οι επιχειρήσεις παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, βίντεο και τηλεοπτικών προγραμμάτων, ηχογραφήσεων και μουσικών εκδόσεων, κατά 61,6%. Τον δε Σεπτέμβριο, από αυτές τη μεγαλύτερη μείωση στον κύκλο εργασιών κατά 76,4% παρουσίασαν οι επιχειρήσεις του κλάδου Δραστηριότητες οργανώσεων.

* Ρεπορτάζ του Θάνου Παναγόπουλου στην έντυπη ΑΥΓΗ

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Powered by themekiller.com