Η διάλυση της αγοράς εργασίας σε τρία σημεία

0

Η ζοφερή κατάσταση που βιώνει ο κόσμος της Εργασίας στη χώρα μας, με βάση τα αποκαλυπτικά στοιχεία της φετινής Έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ)

Έκρηξη αβεβαιότητας και ανασφάλειας για τους εργαζόμενους και ζοφερό μέλλον για τα δικαιώματά τους: αυτή είναι η αδιαμφισβήτητη εικόνα που προκύπτει από την Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για το 2020, η οποία παρουσιάστηκε διαδικτυακά την Πέμπτη 22/10 και καταγράφει την τρέχουσα κατάσταση στην αγορά εργασίας και την ελληνική οικονομία.

Στις 138 σελίδες της Έκθεσης μπορεί κάποιος να βρει τεκμηριωμένη ανάλυση για τη δεινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας καθώς και τις προτάσεις του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ για μία «αποτελεσματική αναπτυξιακή στρατηγική» που δεν βασίζεται στη διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων.

Όμως, οφείλουμε να σταθούμε κυρίως σε μερικά εκκωφαντικά στοιχεία που αντικατοπτρίζουν όσα αντιμετωπίζει καθημερινά ο κόσμος της Εργασίας, με φόντο το «δεύτερο κύμα» του κορωνοϊού και ενόψει του νομοσχεδίου περαιτέρω ελαστικοποίησης του χρόνου εργασίας.

Πρώτον: στο β’ τρίμηνο του 2020, με το lockdown σε πλήρη εξέλιξη, ο μέσος μηνιαίος μισθός κατρακύλησε στα 802 ευρώ από 885 το β’ τρίμηνο του 2019.

Ακόμα, σοκαριστική είναι η μεγάλη αύξηση των ανθρώπων που έλαβαν ως αμοιβή λιγότερα από 200 ευρώ τον μήνα: το ποσοστό τους, κατά το β’ τρίμηνο του 2020 αυξήθηκε κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρυσι με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι που παίρνουν κάτω από 200 ευρώ τον μήνα να ξεπεράσουν το 12% του συνόλου των μισθωτών!

Ούτε, βέβαια, για τους υπόλοιπους τα πράγματα ήταν ρόδινα δεδομένου ότι, το 73% των μισθωτών είχε καθαρές αποδοχές μικρότερες των 1.000 ευρώ ενώ, το 31% των απασχολουμένων το β’ τρίμηνο του 2020 έλαβαν αποδοχές μικρότερες του κατώτατου μισθού.

Η απειλή της φτώχειας και η πρόταση για νέα αύξηση του κατώτατου μισθού

Δεύτερον, εξίσου ανησυχητικός είναι ο αριθμός των ανθρώπων που βγήκαν εκτός εργασίας μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου: η έξοδος από το εργατικό δυναμικό κυμάνθηκε μεταξύ 100 χιλιάδων και 180 χιλιάδων ατόμων σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2019. Ο μεγαλύτερος όγκος αυτών των ατόμων αφορά εργαζομένους που βρίσκονται σε αναστολή εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και λαμβάνουν εισόδημα λιγότερο από το 50% του μισθού τους.

Αυτοί οι άνθρωποι κατατάσσονται τυπικά στον «οικονομικά μη ενεργό πληθυσμό» και δεν θεωρούνται άνεργοι, με όσες συνέπειες έχει αυτή η λαθροχειρία, τόσο για την οικονομική τους κατάσταση (δεν δικαιούνται τις παροχές των ανέργων), όσο και για τα ποσοστά ανεργίας (που «μαγειρεύονται» προς τα κάτω).

Ο κίνδυνος εγκλωβισμού σε μακροχρόνια ανεργία και φτωχοποίησης αυτών των ατόμων είναι ιδιαίτερα υψηλός, τονίζει η ίδια Έκθεση. Θυμίζει ότι στη χώρα μας, το κόστος απώλειας εργασίας είναι ιδιαίτερα υψηλό, αφού ύστερα από δύο χρόνια ανεργίας ο άνεργος έχει απολέσει το 47% του εισοδήματός του – η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση στην Ευρωζώνη ως προς το φαινόμενο αυτό.

Την ίδια στιγμή, όπως τονίστηκε στην παρουσίαση της Έκθεσης, «παρά την αύξηση του κατώτατου μισθού τον Φεβρουάριο του 2019, το ύψος του βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας και απέχει σημαντικά από το ύψος ενός μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης». Σύμφωνα με την πρόταση που κατέθεσε δημόσια το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, «ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να προσαρμοστεί στο 60% του διάμεσου μισθού βάσει ενός προσδιορισμένου χρονοδιαγράμματος το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί από τους κοινωνικούς εταίρους». «Μια τέτοια θεσμική παρέμβαση θα συμβάλει καθοριστικά στη μετάβαση της χώρας σε ένα νέο υπόδειγμα βιώσιμης και δίκαιης ανάπτυξης», υπογραμμίζει η Έκθεση.

Ξεζούμισμα και με τον νόμο (Βρούτση), αντί για περισσότερες θέσεις εργασίας

Ένα τρίτο, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, εξηγεί και τη λογική πίσω από την επικείμενη παρέμβαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε σχέση με τις υπερωρίες, δηλαδή τη σχεδιαζόμενη θεσμοθέτηση των απλήρωτων υπερωρίων.

Είναι γεγονός ότι, όπως ανέφερε ο οικονομολόγος και επιστημονικός διευθυντής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, Γιώργος Αργείτης, οι επιχειρήσεις δεν ενδιαφέρονται για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας καθώς κάνουν (κατά)χρηση της υπερεργασίας και της υπερωρίας.

Συγκεκριμένα, πριν από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, το 73% των απασχολουμένων σε όλους τους κλάδους εργαζόταν υπερωριακά, ενώ σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 80%! Η κρίση του κορωνοϊού έχει προσωρινά μεταβάλει αυτή την εικόνα: το β’ τρίμηνο του 2020 το ποσοστό των ατόμων που εργαζόταν υπερωριακά μειώθηκε σε 55%, ενώ το 19% εργαζόταν πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα.

Εν ολίγοις, επικρατεί μία αφόρητη ανασφάλεια για τους εργαζόμενους η οποία θα επιταθεί αν υλοποιηθούν οι σχεδιασμοί Βρούτση για τη θεσμοθέτηση της de facto κατάργησης του οκταώρου.

Και μάλιστα, σε βάρος της αμοιβής του εργαζομένου και σε όφελος της περαιτέρω ελαστικοποίησης του χρόνου εργασίας και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων. «Θα είναι μια πολύ σοβαρή εξέλιξη κοινωνικής οπισθοδρόμησης», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο κ. Αργείτης.

Αντίθετα, το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ προκρίνει την άμεση ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου ρύθμισης της αγοράς εργασίας με στόχο την προστασία της εργασίας και του εισοδήματος των εργαζομένων ύστερα από ουσιαστικό κοινωνικό διάλογο.

Βέβαια, τα σαφώς διατυπωμένα σχέδια της κυβέρνησης, αλλά και οι προτάσεις της «Επιτροπής Πισσαρίδη» για περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας ότι η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα θα επιβραδυνθεί.

*Ρεπορτάζ του Τάσου Γιαννόπουλου στο left.gr

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Powered by themekiller.com