Ο ΣΥΡΙΖΑ στις σημερινές συνθήκες

0

Αυτή η ταυτότητα δεν χρειάζεται να είναι στενή, ούτε δογματική, γιατί ένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να υψώνει σεχταριστικούς φραγμούς στη σχέση του με τον κόσμο. Πρέπει, όμως, η ταυτότητα αυτή να βασίζεται σε σταθερές αξίες: αν ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία είναι κόμμα που πολεμά τον νεοφιλελευθερισμό, τον κοινωνικό συντηρητισμό και τον φασισμό, παλεύει για τη δημοκρατία και τη διαφάνεια και υπερασπίζεται την εργασία, τους αδύναμους και το κοινωνικό κράτος, αυτά φτάνουν και περισσεύουν

Με το άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» (15.8.2020), ο Αλέξης Τσίπρας διατύπωσε τη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και, ειδικότερα, για τη συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου για τη χάραξη ΑΟΖ.

Βασικό σημείο της κριτικής που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αποδεχόμενη στη συμφωνία αυτή μειωμένη επήρεια για τα νησιά και αποφεύγοντας να οριοθετήσει οτιδήποτε ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας σε έναν μελλοντικό ελληνοτουρκικό διάλογο.

Μια συζήτηση που μετατράπηκε σε εσωτερική

Η κυβέρνηση αποφεύγει μέχρι σήμερα να απαντήσει με κάποιον σοβαρό και τεκμηριωμένο τρόπο στις θέσεις αυτές. Προτίμησε να απαντήσει με λάσπη, σπεκουλάροντας πάνω στο γεγονός ότι το άρθρο του Αλέξη Τσίπρα σχολιάστηκε από τον τουρκικό Τύπο.

Προφανώς έχει τους λόγους της να μην μπει σε ουσιαστική συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό. Το πιο αξιοπερίεργο, όμως, είναι ότι η συζήτηση για τη συμφωνία Ελλάδας – Αιγύπτου μεταφέρθηκε, με αρκετή ένταση μάλιστα, στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.

Την ώρα που ο Αλ. Τσίπρας άνοιγε με τις θέσεις που διατύπωσε ένα πολιτικό μέτωπο απέναντι στην κυβέρνηση, στον ΣΥΡΙΖΑ ξεκινούσε ένας γόνιμος εσωτερικός διάλογος ανάμεσα σε «μειοδότες» και «περικεφαλαίες», με μύδρους να εξαπολύονται ανάμεσα στους «53+», τους πατριωτικούς πασοκογενείς και τους σημιτικούς πασοκογενείς, διάλογος που, σε επίπεδο απλών ανθρώπων, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ξέφυγε αρκετά από τα όρια της συντροφικής ευπρέπειας.

Ακόμη χειρότερα, μία ημέρα μετά η αντιπαράθεση αυτή μεταφέρθηκε αυτούσια από την εξωτερική πολιτική στο μήνυμα του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ για τον Δεκαπενταύγουστο και συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση.

Στην Αριστερά δεν απαγορεύεται να διαφωνείς με τη θέση του κόμματος, ούτε να διατυπώνεις δημόσια τη διαφωνία σου. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι υπάρχει κάποια θέση που είναι αναγνωρισμένη ως η επίσημη κομματική θέση.

Με βάση αυτή τη θέση ασκείται η πολιτική του κόμματος. Διαφορετικά δεν υπάρχει πολιτική του κόμματος· υπάρχει ένα πέλαγος στο οποίο αρμενίζουν διάφορες βάρκες, η καθεμία προς όποια κατεύθυνση θέλει. Κάτω από τέτοιες συνθήκες υποβαθμίζεται το πλαίσιο των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ όπως το διατύπωσε ο Τσίπρας και εξασθενεί η δυνατότητα του κόμματος να υπερασπιστεί την εξωτερική πολιτική που υπηρέτησε ως κυβέρνηση.

Τραυματίζονται όμως και η συνοχή και η σοβαρότητα που χρειάζεται ένας πολιτικός σχηματισμός όταν διεκδικεί να είναι ο βασικός πόλος μιας νέας προοδευτικής διακυβέρνησης για τον τόπο.

Η λειτουργία ενός ενισχυμένου πολιτικού κέντρου

Υπάρχουν δύο ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν ώστε να ξεπεραστούν τέτοιου είδους προβλήματα. Το ένα ζήτημα είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται ενισχυμένο πολιτικό κέντρο. Πολιτικό κέντρο δεν σημαίνει ομοφωνία, ούτε ομοιογένεια. Σημαίνει αυξημένη πολιτική ευθύνη. Είναι ο χώρος που κατατίθενται και ζυμώνονται οι απόψεις, γίνονται οι αναγκαίες συνθέσεις και καθορίζεται η πολιτική γραμμή.

Η πολιτική γραμμή δεσμεύει το κόμμα. Χωρίς τη λογική και τη λειτουργία πολιτικού κέντρου τα όργανα του κόμματος λειτουργούν σαν συνελεύσεις εκπροσώπων ομάδων και τάσεων, οι οποίοι προσέρχονται μόνο για να καταθέσουν ο καθένας την άποψή του και τις κόκκινες γραμμές του χωρίς να διασταυρώνεται κανείς με κανέναν. Έτσι, η πολιτική γραμμή που παράγεται είναι εξαρχής αποδυναμωμένη.

Η εκφώνησή της δεν έχει πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και δεν καταφέρνει να δημιουργήσει πολιτικά γεγονότα. Αντιθέτως, μετατρέπεται πολύ συχνά σε αντικείμενο εσωτερικής διαμάχης, όπως στην περίπτωση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας.

Η αναφορά σε σταθερές αρχές

Το δεύτερο πρόβλημα είναι ακόμα πιο βαθύ. Είναι σαφές ότι στον πυρήνα όλων αυτών των αντιπαραθέσεων κρύβεται μια μόνιμη ένταση γύρω από το ποια θα είναι η πολιτική ταυτότητα του υπό διαμόρφωση ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. Αυτό είναι κάτι που το κόμμα, στο σύνολό του, οφείλει να διαχειριστεί προσεκτικά.

Όταν κάνεις μια διεύρυνση, δεν αντικαθιστάς τους οπαδούς σου με καινούργιους, ούτε πετάς τα πλεονεκτήματά σου στη θάλασσα για να κερδίσεις κάποια καινούργια. Παίρνεις όλα τα μέτρα που χρειάζεται ώστε άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες να μπορέσουν να συνυπάρξουν συντροφικά και φροντίζεις να ενισχύεις τα πράγματα που τους συνδέουν. Ακριβώς αυτά που τους συνδέουν είναι η νέα σου ταυτότητα.

Αυτή η ταυτότητα δεν χρειάζεται να είναι στενή, ούτε δογματική, γιατί ένα κόμμα εξουσίας δεν μπορεί να υψώνει σεχταριστικούς φραγμούς στη σχέση του με τον κόσμο. Πρέπει, όμως, η ταυτότητα αυτή να βασίζεται σε σταθερές αξίες: αν ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία είναι κόμμα που πολεμά τον νεοφιλελευθερισμό, τον κοινωνικό συντηρητισμό και τον φασισμό, παλεύει για τη δημοκρατία και τη διαφάνεια και υπερασπίζεται την εργασία, τους αδύναμους και το κοινωνικό κράτος, αυτά φτάνουν και περισσεύουν.

Χρειάζεται, όμως, το κόμμα, στο σύνολό του, από την ηγεσία μέχρι το τελευταίο μέλος, τις αξίες αυτές να τις εννοεί και να τις υπηρετεί με συνέπεια, στα λόγια και στις πράξεις.

Φαίνεται όμως πως η διαμόρφωση ενός τέτοιου πλαισίου πολιτικών αρχών έχει αμεληθεί τον τελευταίο χρόνο και το βάρος έχει πέσει σε διαδικαστικά ζητήματα τα οποία όσο περισσότεροι ασχολούνται μαζί τους τόσο πιο περίπλοκα γίνονται. Επιπλέον, χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια από τα επώνυμα και προβεβλημένα στελέχη τού ΣΥΡΙΖΑ να κατανοήσουν την ανάγκη του κόσμου για σύνθεση, θετικό κλίμα και εξωστρέφεια και να ανταποκριθούν σ’ αυτή.

Η ένταση και οι εσωτερικές διαμάχες δημιουργούν πάντα τον πειρασμό να τις εκμεταλλευτεί κάποιος για αυτοπροβολή ή για να ενισχύσει τις μετοχές του έναντι των εσωκομματικών αντιπάλων, αυτό όμως είναι κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί ως πρακτική. Γιατί το «χαϊδολόγημα» των εσωτερικών εντάσεων είναι αυτό που παράγει γκρίνια, εκνευρισμό και καχυποψία, φέρνει τους εμπαθείς στο προσκήνιο, ωθεί τους καλοπροαίρετους στο περιθώριο και την απογοήτευση και δημιουργεί τρικυμίες σε ποτήρια.

Κανόνες λειτουργίας

Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα αυτά λύνονται μόνο με τη «φυγή προς τα εμπρός», αυτό όμως καταλήγει να λειτουργεί ως πρόσχημα για να παρακάμπτονται, αντί να λύνονται, τα προβλήματα. Στην πραγματικότητα, ένα μαζικό αριστερό κόμμα χρειάζεται κανόνες λειτουργίας. Κανόνες που να είναι δημοκρατικοί, να έχουν καθολική εφαρμογή και να προστατεύουν την αποτελεσματικότητα και τη δημόσια εικόνα του.

Διαφορετικά θα είναι ευάλωτο σε φαινόμενα όπως οι ομαδοποιήσεις και ο παραγοντισμός, πράγματα απολύτως φυσιολογικά, που, όμως, όταν αφήνονται ανεξέλεγκτα, καταλήγουν να καθορίζουν το σύνολο των κομματικών λειτουργιών.

Η Αριστερά έχει περάσει και στο παρελθόν τέτοιες περιόδους, όπου οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις και το κυνήγι προσωπικών επιδιώξεων απορροφούσαν το σύνολο της ζωτικότητάς της. Δεν πρέπει να ξαναγυρίσει εκεί.

Άρθρο του Άγγελου Τσέκερη στην εφημερίδα ΑΥΓΗ

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Powered by themekiller.com