Η ανάταξη της οικονομίας

0

Μετά από πολλούς γύρους διαπραγματεύσεων και λειτουργώντας σε ένα πλήρως ναρκοθετημένο πεδίο στο εσωτερικό και το εξωτερικό, τον Ιούνιο του 2017 η κυβέρνηση πέτυχε να κλείσει την αξιολόγηση χωρίς να λάβει τα μέτρα που ήθελε το ΔΝΤ

——————————————————————————-

Το 2015 η Ελλάδα δεν ήταν απλώς μέσα στα Μνημόνια. Είχε άδεια ταμεία (τον Φεβρουάριο του 2015 έλειπαν 545 εκατ. για να πληρωθούν συντάξεις και μισθοί του Δημοσίου…) και οι κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσαν να πετύχουν τους στόχους που έθεταν (π.χ. πλεόνασμα 4,5%), πολύ περισσότερο να κλείσουν την αξιολόγηση. Κοινώς, είχαν αποτύχει στην οικονομική πολιτική.

Η κυβέρνηση Τσίπρα έπρεπε να κάνει πολλές δουλειές μαζί χωρίς να χάσει τον στόχο, που ήταν η έξοδος της χώρας από τα Μνημόνια. Ο στόχος επετεύχθη τον Αύγουστο του 2018, όπως και πολλοί παράπλευροι στόχοι. Ο δρόμος όμως ήταν δύσκολος για την πλειονότητα των πολιτών, παρά την εμφατική προσπάθεια της κυβέρνησης να στηριχθούν τα κατώτερα στρώματα που πλήττονταν από την κρίση και τα μέτρα -ήταν η «ταξική μεροληψία» που έχει επισημάνει ο Ευκλ. Τσακαλώτος.

Στην οικονομία η κυβέρνηση που συγκροτήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2015 είχε αντικείμενο την υλοποίηση του τρίτου Μνημονίου. Όφειλε να πιάνει τους στόχους του πρωτογενούς πλεονάσματος, να κάνει δύσκολες και αντιδημοφιλείς μεταρρυθμίσεις και ταυτόχρονα να ανατάσσει την οικονομία και το χρέος της χώρας και να ικανοποιεί ακόμη και παράλογες απαιτήσεις των δανειστών, και ειδικά του ΔΝΤ.

Οι παραλογισμοί και το κοινωνικό μέρισμα

Είναι ενδεικτικό ότι οι δανειστές στον υπολογισμό του πλεονάσματος δεν λάμβαναν υπόψη έσοδα που προέρχονταν από τη σύλληψη της φοροδιαφυγής ή της εισφοροδιαφυγής. «Πάρτε πρώτα αυτά τα χρήματα και κάντε τα ό,τι θέλετε στο τέλος του χρόνου» έλεγαν δημιουργώντας πρόβλημα και ανορθολογισμούς στην ομαλή οικονομική λειτουργία. Το αποτέλεσμα ήταν η κυβέρνηση να πρέπει να περιμένει στο τέλος του έτους για να αναδιανέμει πόρους με τη μορφή των κοινωνικών μερισμάτων -διαδικασία που τελείωσε το 2018, όταν η χώρα βγήκε από το Μνημόνιο.

ΔΝΤ και Ν.Δ. ήθελαν μείωση συντάξεων και αφορολογήτου          

Το δε ΔΝΤ συνέχισε την παράδοση που είχε χτίσει το 2010 – 2014 κάνοντας λάθος προβλέψεις και απαιτώντας τη λήψη μέτρων που ήταν βασισμένες στις λάθος προβλέψεις!

Η περίπτωση της περικοπής των συντάξεων και της μείωσης του αφορολογήτου είναι χαρακτηριστική. Τέλη του 2016 το ΔΝΤ αμφισβήτησε ότι η Ελλάδα θα πιάσει τους στόχους του πλεονάσματος το 2018 και τα επόμενα χρόνια. Απαιτούσε να υπάρξουν και νέα μέτρα που δεν υπήρχαν στο Μνημόνιο του 2015. Η αξιολόγηση κόλλησε για περίπου επτά μήνες. Την ίδια περίοδο η Ν.Δ. καλούσε την κυβέρνηση να κλείσει την αξιολόγηση -δηλαδή να αποδεχθεί τις απαιτήσεις του ΔΝΤ- και εγκαλούσε τον ΣΥΡΙΖΑ ότι εμπόδιζε την ανάπτυξη και καταστροφολογούσε ότι στο τέλος του 2017 θα εφαρμοστεί ο «κόφτης» των δαπανών.

Μετά από πολλούς γύρους διαπραγματεύσεων και λειτουργώντας σε ένα πλήρως ναρκοθετημένο πεδίο στο εσωτερικό και το εξωτερικό, τον Ιούνιο του 2017 η κυβέρνηση πέτυχε να κλείσει την αξιολόγηση χωρίς να λάβει τα μέτρα που ήθελε το ΔΝΤ. Δεσμεύθηκε όμως ότι, αν δεν πιάνει τους στόχους, το 2019 θα μειώσει τις συντάξεις και το 2020 θα μειώσει το αφορολόγητο όριο. Τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ και τους στόχους πέτυχε και δεν μείωσε συντάξεις και αφορολόγητο. Όμως είχαν περάσει δύο χρόνια σπέκουλας και αφόρητης προπαγάνδας από τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ. Ο Κ. Μητσοτάκης μιλούσε για «τέταρτο Μνημόνιο».

Τον Αύγουστο του 2018 ο Κ. Μητσοτάκης διαψεύστηκε, αλλά συγγνώμη για το λάθος δεν ζήτησε. Ούτε το ΔΝΤ. Η Ελλάδα βγήκε από το τρίτο και τελευταίο Μνημόνιο και δεν υπέγραψε τέταρτο Μνημόνιο. Στη διάρκεια αυτών των ετών η κυβέρνηση, κινούμενη βήμα – βήμα και μέσα σε ένα αυστηρό δημοσιονομικό πλαίσιο, πέτυχε καθαρό διάδρομο 15 ετών για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Χρειάστηκε να ληφθούν τα βραχυπρόθεσμα μέτρα τον Ιούνιο του 2017 και τα μεσοπρόθεσμα τον Ιούνιο του 2018. Σήμερα οι χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας είναι περίπου οι μισές από αυτές που είχε το 2014.

Η χώρα βγήκε στις αγορές και δανείζεται με όλο και καλύτερο επιτόκιο. Σήμερα το δεκαετές ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου είναι κάτω από το 2,05%, ενώ το 2015 ήταν στο 10%.

*Ρεπορτάζ του Κώστα Πουλακίδα στην εφημερίδα ΑΥΓΗ

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Powered by themekiller.com