Νέο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας: Στο κέντρο ή στο περιθώριο του νέου ακαδημαϊκού Χάρτη;

0

Η τεχνολογική εκπαίδευση αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης κάθε προηγμένης χώρας.

Οι ραγδαίες εξελίξεις στην Πληροφορική και τις Βιοεπιστήμες λειτούργησαν ως καταλύτης για την αλματώδη πρόοδο σε κάθε επιστημονικό τομέα. Σε συνδυασμό με την δυνατότητα αποθήκευσης, διαχείρισης, επεξεργασίας και αξιοποίησης μεγάλου όγκου δεδομένων (BigData) προέκυψε η επιστημονική επανάσταση που αναφέρεται εύστοχα ως η 4η Βιομηχανική Επανάσταση. Οι αλλαγές που θα επέλθουν σε αυτούς τους τομείς αλλά και σε άλλους, όπως η Γεωργία, η Ιατρική και η Οικονομία αναμένεται να είναι πραγματικά κατακλυσμιαίες. Για το λόγο αυτό όλες οι αναπτυγμένες χώρες επενδύουν σημαντικά στη δημιουργία αξιόλογων ερευνητικών κέντρων και την ενίσχυση των Πανεπιστήμιων τους ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις των νέων εποχών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι πρόσφατα στη Γαλλία, ο Πρόεδρος Μακρόν αποφάσισε την διάθεση περί των 1,5 δις ευρώ για έρευνα στην Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει ανάλογες πρωτοβουλίες.

Η Ελλάδα για προφανείς λόγους δεν μπορεί να επενδύσει σήμερα αντίστοιχα ποσά στην έρευνα. Έχει όμως το συγκριτικό πλεονέκτημα του να διαθέτει ένα πολύ υψηλό ποσοστό νέων επιστημόνων, σημαντικό αριθμό ερευνητών και ΑΕΙ (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ) που προσπαθούν, ακόμη και μέσα στις ζοφερές συνθήκες της κρίσης, να ανταποκριθούν αξιοπρεπώς στις υποχρεώσεις τους και να διακριθούν. Ειδικότερα, στη Θεσσαλία πρωτοστατούν δύο μεγάλα ιδρύματα, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και το ΤΕΙ Θεσσαλίας. Συγκεντρώνουν και τα δυο σημαντικά πλεονεκτήματα αλλά αντιμετωπίζουν και σοβαρά προβλήματα, τα οποία, αν και δεν οφείλονται σε δικά τους λάθη ή παραλείψεις, δεν παύουν να τα ταλαιπωρούν. Οι δυσκολίες αυτές μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά μέσω της επιτυχούς ολοκλήρωσης της διαδικασίας συγχώνευσης των δύο ιδρυμάτων, που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 2017 και πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της.

Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας έχει ανάγκη από επιπρόσθετες υποδομές, όπως οι άριστες εγκαταστάσεις του ΤΕΙ Θεσσαλίας, για να ολοκληρωθεί ακαδημαϊκά και στη Λάρισα και να μπορέσει να στεγάσει αξιοπρεπώς τους διακεκριμένους καθηγητές του και τις ερευνητικές ομάδες τους. Επίσης, μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αριθμητικής συρρίκνωσης του προσωπικού του από τα αξιόλογα και έμπειρα στελέχη του ΤΕΙ Θεσσαλίας.

Από την άλλη πλευρά, το ΤΕΙ Θεσσαλίας, παρότι καταλαμβάνει καλές θέσεις σε αρκετές από τις παγκόσμιες ανεπίσημες ακαδημαϊκές λίστες κατάταξης τριτοβάθμιων ιδρυμάτων, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα στρατηγικής σημασίας, που απασχολεί με την ίδια σχεδόν ένταση τα αντίστοιχα ιδρύματα σε παγκόσμιο επίπεδο. Το πρόβλημα αυτό έχει τη ρίζα του στη ραγδαία πρόοδο της επιστήμης, που οδηγεί τις εκπαιδευτικές πολιτικές ανωτάτου επιπέδου στην υιοθέτηση μιας προσέγγισης των νέων τεχνολογιών περισσότερο ερευνητικής και επιστημονικής παρά πρακτικής εφαρμογής. Για το λόγο αυτό πολλές χώρες, όπως για παράδειγμα η Αγγλία και η Γερμανία, προχώρησαν σε ριζική αναβάθμιση των αντίστοιχων ιδρυμάτων τους ώστε να μπορούν να παρακολουθούν τις εξελίξεις αυτές.

Η ίδια η Ελληνική Πολιτεία έχει πραγματοποιήσει, αργά αλλά σταθερά, σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση εντάσσοντας τα ΤΕΙ στην Ανωτάτη εκπαίδευση και δίνοντάς τους τη δυνατότητα να διοργανώνουν μεταπτυχιακά προγράμματα, αρχικά σε συνεργασία με Πανεπιστήμια και στην συνέχεια αυτόνομα. Επίσης, από το 2001 με διαδοχικά νομοθετήματα ενέταξε τα ΤΕΙ στα ΑΕΙ, που πλέον απαρτίζονται από Πανεπιστήμια και ΤΕΙ, καθιστώντας έτσι τη διάκριση ΑΕΙ – ΤΕΙ αναχρονιστική. Επιπρόσθετα πρόσφατα μετονόμασε τις βαθμίδες των διδασκόντων και τα όργανα διοίκησης των ΤΕΙ στα αντίστοιχα των Πανεπιστημίων και χαρτογράφησε τη δυνατότητα των μελών ΔΕΠ των ΤΕΙ να επιβλέπουν διδακτορικά υπό προϋποθέσεις.

Έχοντας αναφέρει τα παραπάνω, είναι προφανές ότι το στρατηγικής μορφής πρόβλημα της ανώτατης τεχνολογικής εκπαίδευσης δεν μπορεί να επιλυθεί εν μία νυκτί αν τα ΤΕΙ μετονομαστούν σε Πανεπιστήμια χωρίς την εκπλήρωση κάποιων προϋποθέσεων, καθώς ανάμεσα στους δύο τύπους ιδρυμάτων υπάρχουν ουσιαστικές ποιοτικές και ποσοτικές διαφορές σε αρκετούς τομείς. Η απλή μετονομασία των ΤΕΙ σε Τεχνολογικά Πανεπιστήμια, Πανεπιστήμια Εφαρμοσμένων Επιστημών ή οτιδήποτε άλλο προτάθηκε κατά καιρούς, πέρα από αναχρονιστική και μη συμβαδίζουσα με τις σύγχρονες επιστημονικές εξελίξεις, δε θα σημαίνει τίποτε άλλο παρά τη διατήρηση των ΤΕΙ ως ιδρύματα που θα συνεχίζουν τα αντιμετωπίζουν τις ίδιες αδυναμίες και συνεπώς ως ιδρύματα δεύτερης κατηγορίας.

Η λύση που προκρίνει το Υπουργείο, της οποίας η υλοποίηση ξεκίνησε με τη δημιουργία επιτροπών διερεύνησης συνεργειών ανάμεσα σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ σε περιφερειακό επίπεδο σχεδόν σε όλη την Ελλάδα, επιτρέπει στα Πανεπιστήμια να επιτελέσουν έναν ουσιαστικό ρόλο συντονίζοντας αυτό το δύσκολο εγχείρημα, απορροφώντας τις δομές και το προσωπικό των ΤΕΙ και εντάσσοντάς τα ομαλά στην Πανεπιστημιακή κοινότητα με τις ανάλογες διαδικασίες.

Ειδικά στην περίπτωση της Θεσσαλίας το προτεινόμενο Νέο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, που θα αποτελείται από την συνένωση τριών μεγάλων ιδρυμάτων, δηλαδή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, του ΤΕΙ Θεσσαλίας και μέρους του ΤΕΙ Στερεάς Ελλάδας, θα έχει τμήματα σε πέντε πόλεις, δηλαδή Βόλο, Λάρισα, Λαμία, Τρίκαλα και Καρδίτσα και θα αποτελέσει το τρίτο μεγαλύτερο Πανεπιστήμιο της Χώρας. Πρόκειται αναμφίβολα για ένα ιστορικό εγχείρημα, που θα επιτρέψει στη Θεσσαλία όχι απλά να καταγραφεί ουσιαστικά στο νέο ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας αλλά να αποτελέσει το επίκεντρο του. Οι δυνατότητες που αναδεικνύονται για την περιοχή σε συνδυασμό με τα ερευνητικά ινστιτούτα που προβλέπεται να δημιουργηθούν θα αναδιατάξουν πλήρως την παρουσία της Θεσσαλίας στα ερευνητικά δρώμενα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Αναμένεται να προσελκύσουν δεκάδες ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα, που θα οδηγήσουν σε επενδύσεις πολλών εκατομμυρίων και θα αποτελέσουν καταλύτη και για εκατοντάδες άλλα έργα στην ευρύτερη περιοχή ωφελώντας έτσι την τοπική κοινωνία και τις τοπικές επιχειρήσεις. Παράλληλα, θα δημιουργηθούν και θα λειτουργούν υπό την εποπτεία του ίδιου του νέου Πανεπιστημίου, δεκάδες διετή προγράμματα, παρέχοντας έτσι τεχνική εκπαίδευση υψηλού επιπέδου.

Αναμφίβολα ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα έχει να αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις. Ενδεχομένως κάποια αξιόλογα τμήματα, λόγω πλεονασμού, θα πρέπει να συγχωνευθούν. Διαφορετικές πόλεις για καθαρά συμβολικούς λόγους μπορεί να διεκδικούν την έδρα μιας σχολής που όμως στην ουσία πρόκειται απλά για το χώρο συνεδριάσεων των καθηγητών και το γραφείο του Κοσμήτορα της. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν εύλογες διαφωνίες για το όνομα ενός τμήματος, τη διάρκεια των σπουδών του ή το σε ποια σχολή θα πρέπει να ενταχθεί. Ενδεχόμενες ανησυχίες στο εκπαιδευτικό και διοικητικό προσωπικό, που κάθε σημαντική αλλαγή είναι αναμενόμενο ότι προξενεί. Όλες αυτές οι προκλήσεις είναι όμως αντιμετωπίσιμες και σε κάθε περίπτωση οι όποιες τελικές διαφωνίες είναι ήσσονος σημασίας μπροστά στο μείζον, που είναι η δημιουργία ενός πραγματικά κορυφαίου Πανεπιστημίου.

Οι υπογράφοντες το άρθρο είναι καθηγητές του ΤΕΙ Θεσσαλίας και έχουν μακρά συνδικαλιστική και εντελώς αντίθετη πολιτική διαδρομή. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις διαφώνησαν πολιτικά και βρέθηκαν απέναντι και είναι σίγουρο ότι αυτό θα συμβεί κατά κόρον και στο μέλλον. Τους ενώνει όμως η πεποίθηση, όπως και της μεγάλης πλειοψηφίας των μελών ΔΕΠ του ΤΕΙ Θεσσαλίας, ότι η επιτυχής έκβαση του εγχειρήματος δημιουργίας του νέου Πανεπιστημίου Θεσσαλίας είναι πάρα πολύ σημαντική υπόθεση και συνεπώς είναι αδιανόητο να τορπιλιστεί για την πόλη που θα τοποθετηθεί το γραφείο του Κοσμήτορα μιας σχολής ή το όνομα ενός τμήματος. Τη στιγμή μάλιστα που ανάλογες προσπάθειες συγχωνεύσεων γίνονται σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα με εντυπωσιακά αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, του Ιόνιου Πανεπιστήμιου με το ΤΕΙ Ιονίων Νήσων και του Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων με το ΤΕΙ Ηπείρου όπου δημιουργούνται νέα ισχυρά ΑΕΙ. Με άλλα λόγια, θεωρούν τουλάχιστον κακόγουστη φάρσα την κατάρρευση της προσπάθειας δημιουργίας στη Θεσσαλία του τρίτου μεγαλύτερου και ισχυρότερου Πανεπιστημίου της Ελλάδας, γιατί δεν κατάφεραν τελικά τα εμπλεκόμενα ΑΕΙ να αποφασίσουν σε ποια πόλη θα συνεδριάζει μια φορά το μήνα η κοσμητεία μιας Σχολής. Στην διαπραγμάτευση μετέχουν αξιόλογοι ακαδημαϊκοί και οι έμπειροι Πρυτάνεις των τριών ιδρυμάτων. Ας τους διευκολύνουμε να βρουν την βέλτιστη λύση χωρίς τοπικιστικές υστερίες, μικροπολιτικά συμφέροντα και παλαιοκομματικές μεθοδεύσεις γιατί το κόστος της αποτυχίας θα είναι μη διαχειρίσιμο.

Των Βασίλη Βλάχου και Ηλία Σαντουρίδη

* Οι Βασίλης Βλάχος και Ηλίας Σαντουρίδης είναι μέλη ΔΕΠ του ΤΕΙ Θεσσαλίας

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην εφημερίδα «Ελευθερία»

Σχόλια απενεργοποιημένα.

Powered by themekiller.com