Το μοντέλο της δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης

0

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΤΗ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ

Τα μνημόνια και οι σκληρές δημοσιονομικές πολιτικές που τα συνοδεύουν δεν πρόεκυψαν ξαφνικά και αναιτιολόγητα.  Ήταν αποτέλεσμα των καταστροφικών πολιτικών στην περίοδο της μεταπολιτευτικής διακυβέρνησης από τον δικομματισμό. Ήταν, συνολικά, η προώθηση ενός λανθασμένου μοντέλου ανάπτυξης που εξυπηρετούσε συγκεκριμένα συμφέροντα, σε βάρος των δυνατοτήτων της χώρας και της πλειοψηφίας των πολιτών, του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων . Στο συμπέρασμα αυτό, έστω και με παραλλαγές, καταλήγουν όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι, ακόμα και σε διεθνές επίπεδο. Υποστηρικτές μιας διαφορετικής άποψης συνεχίζουν να είναι ,όσοι συνέβαλαν με διάφορους τρόπους στην χρεοκοπία της χώρας.

Στην χώρα ποτέ μέχρι σήμερα δεν εκπονήθηκε ένα ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο, με βάση το οποίο θα αξιοποιούνταν οι δυνατότητες της και θα ικανοποιούνταν οι ανάγκες του λαού της. Η λογική της παράδοσης της αναπτυξιακής διαδικασίας, μονοσήμαντα στους μηχανισμούς της αγοράς, καθόρισε αποφασιστικά και τα τραγικά αδιέξοδα στην οικονομία και την κοινωνία. Αυτό αποτελεί μια πρώτη βασική επισήμανση, σχετικά με την διαφορετική πολιτική φιλοσοφία γύρω από ένα ευκαιριακό και νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης που εξελίχτηκε μεταπολιτευτικά, κυρίως μετά το 1990, και το ολοκληρωμένο αναπτυξιακό μοντέλο που εκπονεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

Η αντίθεση αυτή αντανακλάται κυρίως στα ποιοτικά συστατικά της Ανάπτυξης και όχι μόνον στην αναγκαία οικονομική μεγέθυνση. Γιατί, όπως αποδείχτηκε, μπορεί η χώρα να παρουσίαζε κάποια περίοδο αυξημένα ποσοστά ανάπτυξης, οι επιπτώσεις όμως στους ποιοτικούς δείκτες της παραγωγής (για παράδειγμα την απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας, τις κοινωνικές παροχές, τη διαχείριση των φυσικών πόρων, την κατάσταση του περιβάλλοντος, τις περιφερειακές και τοπικές ανισότητες), συνολικά χειροτέρευαν. Και ακόμη χειρότερα, η οικονομική μεγέθυνση δεν στηριζόταν σε μια αυτοχρηματοδότηση της αναπτυξιακής διαδικασίας, αλλά σε εξωτερικό δανεισμό που ανατροφοδοτούσε κυρίως και μια εισαγόμενη – σε μέσα και αγαθά – κατανάλωση.

Από την πλευρά αυτή είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι θιασώτες του ξεπερασμένου και καταστροφικού αυτού μοντέλου, όταν αναφέρονται στην ανάπτυξη προβάλουν μεμονωμένα και διάσπαρτα έργα. Έργα χωρίς αφετηρία αναφοράς και αξιολόγηση συγκριτικών αποτελεσμάτων. «Πού πήγαν», δηλαδή, «τα χρήματα» και «πόσο απέδωσαν», από τα μικρά έως τα μεγάλα. Είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα ότι, ενώ τα χωριά ερήμωναν ,χρηματοδοτούνταν κατασκευές σχολείων, ή ότι ενώ οι συνεταιρισμοί διαλύονταν με τις ευλογίες μιας μεταπρατικής αντιπαραγωγικής πολιτικής, κτίζονταν «συνεταιριστικά» εμπορικά κέντρα, ή δημοπρατούνταν έργα χωρίς συνάφεια με παράλληλες δράσεις, χωρίς επαρκή χρηματοδότηση και ολοκληρωμένες κατασκευές… Τα έργα βιτρίνας και οι συνθήκες ικανοποίησης ημετέρων καθόριζαν το πλαίσιο, κάτω από το οποίο «έτρεχαν» σε μεγάλο βαθμό οι επιλογές για «το που και πως μπορούσαν να ξοδευτούν χρήματα».

Ωστόσο, εκτός από το περιεχόμενο, η βασική αντίθεση που διαφοροποιεί τα δύο μοντέλα ανάπτυξης αφορά την συνολική κατεύθυνση  και τις διαδικασίες – τα μέσα και τους φορείς υλοποίησής τους. Από την άποψη αυτή είναι σαφές ότι απέναντι σε ένα μοντέλο που στόχευε αποκλειστικά στη μείωση του εργασιακού κόστους παραγωγής και την υποβάθμιση των δικαιωμάτων, αντιπαρατίθεται ένα μοντέλο που έχει σαν στόχο την ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας και την ποιότητα ζωής των πολιτών. Με την σειρά τους ,οι  διαφορετικοί στόχοι και το περιεχόμενο ,καθορίζουν τα μέσα και τις διαδικασίες. Καθιστούν πρωταγωνιστές της ανάπτυξης όλο το φάσμα της μικρομεσαίας παραγωγικής επιχειρηματικότητας και των άλλων φορέων της κάθε τοπικής κοινωνίας, σε συνεργασία με την καινοτομία και την σύγχρονη τεχνολογία.

Τα ποιοτικά προϊόντα και οι καλές αμοιβές σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος, αποτελούν βασικές προδιαγραφές για τη διαμόρφωση ενός παραγωγικού μοντέλου που μπορεί και πρέπει να αξιοποιήσει τις δυνατότητες της χώρας και του εκλεκτού επιστημονικού δυναμικού της.

Η προώθηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου που διαφοροποιείται από το προηγούμενο στους στόχους, το περιεχόμενο και τις διαδικασίες, βάζει επιτακτικά και το θέμα της δημιουργίας μιας αναγκαίας κοινωνικής πλειοψηφίας για την υλοποίηση του. Γιατί, όπως φάνηκε και στα αναπτυξιακά συνέδρια του ΣΥΡΙΖΑ, το πέρασμα σε ένα άλλο μοντέλο ανάπτυξης δεν απαιτεί μόνο ένα διαφορετικό σχέδιο. Τα προτάγματα φορέων και πολιτών και η τοπική αυτοδιοίκηση, σαν συντονιστής των δράσεων στις τοπικές κοινωνίες, ανέδειξαν όλο τον πλούτο θέσεων που συνδιαλέγονται  δημιουργικά με το συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο. Οι βασικοί στόχοι του νέου αναπτυξιακού μοντέλου καλούνται να αντλήσουν και να αξιοποιήσουν από την κάθε τοπική κοινωνία τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τα πλεονεκτήματα τους, που για δεκαετίες υποχωρούσαν μπροστά σε πολιτικές οι οποίες περιθωριοποίησαν περιοχές και παραγωγικούς κλάδους. Παράλληλα, καλούνται να συμβάλουν στην αποκατάσταση των οικοσυστημάτων και στην προστασία των φυσικών τους πόρων.

Γι’ αυτό τον λόγο, η διεκδίκηση της συμμετοχής των πολιτών και των φορέων τους  στην αναπτυξιακή διαδικασία ,αποτελεί προϋπόθεση για την επιτυχία ενός διαφορετικού μοντέλου ανάπτυξης. Η κοινωνία ολόκληρη στο αναπτυξιακό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ συνδιαλέγεται με τις προγραμματικές  επεξεργασίες που προτείνονται στα αναπτυξιακά σχέδια της κάθε περιφέρειας. Και ακριβώς αυτή η διαδικασία από την φύση της δεν μπορεί παρά να έχει προοδευτικό περιεχόμενο. Γιατί αναζητά να λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας ,στο μέτρο, τις δυνατότητες και τις ανάγκες της.

Το σχέδιο της βιώσιμης και δίκαιας ανάπτυξης  μπορεί να το μετατρέψει σε εφαρμόσιμη πολιτική και αναπτυξιακή προοπτική μόνο μία προοδευτική πλειοψηφία, που θα εκπροσωπεί τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών και όχι τα συμφέροντα του κατεστημένου. Ωστόσο, η διαπλοκή άπλωσε τα πλοκάμια της για να συσκοτίσει αυτή την επικοινωνία της πλατειάς κοινωνικής βάσης σε όλες τις εκφάνσεις της, με το εθνικό αναπτυξιακό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Ενός σχεδίου που απευθύνεται σε όλες τους πολίτες και τους φορείς τους, χωρίς ιδεολογικές ή άλλες διακρίσεις.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χώρος όπου οι επιπτώσεις της Κρίσης εκδηλώθηκαν πιο έντονα στη διάρκεια της κρίσης ήταν στο επίπεδο της κάθε ξεχωριστής τοπικής κοινωνίας. Γιατί εκεί αθροίζονται, μαζί με την μείωση των εισοδημάτων και την υποβάθμιση των κοινωνικών παροχών και όλα εκείνα που επηρεάζουν τα προβλήματα της καθημερινότητας και την ποιότητα ζωής σε κάθε μικρό και μεγάλο αστικό κέντρο, η στέγαση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η περίθαλψη, η καθαριότητα, το αστικό περιβάλλον, η παρεχόμενη εκπαίδευση, οι μεταφορές, ο πολιτισμός σε όλες τις πλευρές του. Αυτά είναι τα μικρά και μεγάλα θέματα της κάθε τοπικής κοινωνίας που συρρικνώθηκαν και προσαρμόστηκαν στα σχέδια του κατεστημένου, για τον περιορισμό και την περικοπή των δαπανών της κοινωνίας των πολιτών. Η τοπική αυτοδιοίκηση συμπιέστηκε θεσμικά και αναπτυξιακά στα όρια που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα του κατεστημένου. Αυτό είναι που, ανεξάρτητα από ιδεολογικό πρόσημο, συσπείρωσε την μεγάλη πλειοψηφία των εκπροσώπων των ΟΤΑ να αναζητήσουν μέσα από τα αναπτυξιακά συνέδρια του ΣΥΡΙΖΑ , την δυνατότητα να συμμετέχουν στο αναπτυξιακό όραμα για το μέλλον της χώρας.

Στην πορεία για μια ενεργό και ισότιμη συμμετοχή όλων των φορέων των πολιτών, των εργαζομένων, των επιχειρηματικών δράσεων και των τοπικών κοινωνιών στην κατάρτιση του Εθνικού Αναπτυξιακού Σχεδίου για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αναπόφευκτα θα υπάρξουν προβλήματα, δυσκολίες, αντιρρήσεις και, το κυριότερο, ποικιλία απόψεων και προτάσεων. Ακριβώς αυτός ο δημοκρατικός πλουραλισμός φορέων και προτάσεων αποτελεί και τον πλούτο της προσπάθειας για την συμμετοχή της κοινωνίας στη νέα εποχή. Η υλοποίηση του αναπτυξιακού σχεδίου θα κρίνει και την δυνατότητα μιας κοινωνίας των πολιτών και των φορέων της, να πάρει το μέλλον στα χέρια της.

ΣΥΡΙΖΑ ΛΑΡΙΣΑΣ

Comments are closed.

Powered by themekiller.com